Αναγνώστες

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

SLUMDOG MILLIONAIRE



Για μια ακόμη φορά αγαπημένη ταινία φίλης και ο σχολιασμός της γι' αυτήν.



Το τρίτο καμπανάκι έμοιαζε με βάλσαμο στην τόση αγωνία μας. Είχα, βλέπεις, ακούσει πολλά για αυτήν την ταινία, μήνες πριν, όταν ήταν ακόμη στα θεμέλια. Προσπάθησα να κρύψω τον ενθουσιασμό μου βασανίζοντας  μια κακότυχη συσκευασία κάποιου σνακ, από αυτά που πουλάνε στα κυλικεία των cinema. Μάταιο. Η αίθουσα μύριζε λιωμένο βούτυρο και τα φώτα άρχισαν σιγά σιγά να χαμηλώνουν, σαν να γίνονταν συνένοχοι σε κάτι που δεν ξέραμε αλλά είχαμε μια υποψία ότι μας περιμένει. Κάτι καλό, ίσως. Οι φωνές, τα γέλια, οι ψίθυροι του κοινού σταδιακά έσβηναν, μέχρι που εξαφανίστηκαν πια. Άσπρα γράμματα άρχισαν να χαράσσονταν σε ένα τεράστιο μαύρο φόντο:
Ο Τζαμάλ Μαλίκ είναι μια απάντηση μακριά από το να κερδίσει είκοσι εκατομμύρια ρουπίες. Πώς τα καταφέρνει;
Α: Με απάτη
Β: Από τύχη
Γ: Είναι ιδιοφυία
Δ: Ήταν το πεπρωμένο του.
Κάπως έτσι, κάποιος ονόματι Τζαμάλ Μαλίκ, από την Μομπάη της Ινδίας, βρίσκεται στο πλατό της εκπομπής «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος». Έτσι το ήθελε ο σκηνοθέτης, από την μία ένας φτωχός μπουφετζής και από την άλλη ένας καλοντυμένος παρουσιαστής: Ο φτωχός ανατολικός κόσμος να συναντά τον αλαζόνα- υλιστή δυτικό.
 Καθώς οι ερωτήσεις συνεχίζονται, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από την ζωή του πρωταγωνιστή. Πρέπει, άλλωστε, να εξηγήσει το πώς γνώριζε την κάθε απάντηση του τηλεπαιχνιδιού μετά την σύλληψή του για πιθανό δόλο. Έτσι, από το πλατό, βρισκόμαστε παράλληλα και σε έναν άλλο κόσμο που βρίσκεται δίπλα μας αλλά όλοι έχουμε συνηθίσει να κάνουμε πως δεν υπάρχει. Στον κόσμο που διώχνουμε από την μνήμη μας σκεπτόμενοι κάτι επιφανειακό και, όταν τον συναντούμε, γυρίζουμε το κεφάλι από την άλλη νιώθοντας, πιθανόν, μια στιγμιαία θλίψη –ίσως και ενοχή-.
            Όλη η ζωή του ήρωα γίνεται μια στιγμή στο τηλεπαιχνίδι και ξεδιαλύνονται το πώς έφτασε ως εκεί μένοντας ορφανός, ξεφεύγοντας από μια συμμορία που προκαλούσε αναπηρίες σε παιδιά με σκοπό να τα εξωθήσει στη ζητιανιά και στην πορνεία, πως κατάφερε με ποικίλους τρόπους να επιβιώσει χάνοντας την κοπέλα των ονείρων του και βλέποντας τον μοναδικό του συγγενή να γίνετε όμοιος με τους δολοφόνους των γονιών του. Βρισκόμαστε μπροστά στο μεγαλείο και την εξαθλίωση των λαών του ανατολικού κόσμου από την φτώχεια, τον φανατισμό, την πείνα, την παιδική εργασία και την πορνεία.
Ο Ντάνι Μπόιλ ισορροπεί ανάμεσα σε δύο αντιθετικούς κόσμους: Τους ανθρώπους που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας στις παραγκουπόλεις της Ινδίας, σε αντίθεση με τον δυτικό και ευρωπαϊκό κόσμο, με τους κολλαριστούς γιακάδες, που χρησιμοποιεί τον πρώτο ως τουριστικό θέρετρο. Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να υπογραμμίσει ότι ο αλαζονικός δυτικός κόσμος χαρακτηρίζεται από ηθικό αμοραλισμό σε αντίθεση με τον ήρωα που αδιαφορεί για τα χρήματα και εξυμνεί την αξία της αγάπης, χωρίς φθηνούς λυρισμούς και μελοδραματισμούς από την μεριά του σκηνοθέτη. Άλλωστε, η συμμετοχή του στο τηλεπαιχνίδι ήταν μια προσπάθεια να ξανασυναντήσει τον παιδικό του έρωτα, τη Λατίκα.
Ο σκηνοθέτης φέρνει στην επιφάνεια χωρίς χάρτινες συγκινήσεις, αλλά με κάποιον ανθρωπισμό και ρεαλισμό, το δίλημμα της επιβίωσης- αξιοπρέπειας μέσα από τις ζωές των ηρώων που αναγκάζονται να πραγματοποιήσουν πράγματα πέρα από τον εαυτό τους, όπως παιδική εργασία, πώληση του ίδιου τους του σώματος και εμπλοκή σε συμμορίες, για να επιβιώσουν.
Η ταινία καταλήγει, ακόμα, σε μια κοινωνικο-πολιτισμική παρατήρηση. Θίγει πολύ εύστοχα το φαινόμενο της παιδικής εκμετάλλευσης που μαστίζει ακόμα και τις σύγχρονες κοινωνίες: μικρά παιδιά υφίστανται την κατακρεούργηση του σώματος και της ψυχής τους στο βωμό του κέρδους κάποιων επιτήδειων, που εκμεταλλεύονται το γεγονός απουσίας ή αδυναμίας των γονέων τους να τα ανατρέψουν.

Ωστόσο, παρά την κατάδειξη αυτών των ακραίων κοινωνικών φαινομένων ο σκηνοθέτης δεν χάνει το χιούμορ του αποφεύγοντας έτσι το λυρικό και δραματικό ύφος που θα βάραινε περισσότερο το κλίμα και, ίσως, το καθιστούσε κουραστικό. Από την άλλη, καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και να υπονοήσει την σημασία του πεπρωμένου και πως αυτό μπορεί να αλλάξει τη ζωή κάποιου. Άλλωστε όλοι έχουν δικαίωμα στην απόλυτη ευτυχία, όχι μόνο ο εύπορος δυτικός κόσμος.
Τέλος, η ερμηνεία του Ντεβ Πάτελ καθώς και των λιλιπούτειων ηθοποιών, που είναι πράγματι παιδιά που ζούνε στις παραγκουπόλεις της Ινδίας, καταφέρνει να φέρει τον ανατολικό κόσμο πιο κοντά στον δικό μας. Η αίθουσα, έτσι, σταμάτησε να μυρίζει λιωμένο βούτυρο και για μια στιγμή ευωδίες ανακατεμένων ινδικών μπαχαρικών γαργαλούσαν τα πνευμόνια μου κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια. Έθνικ μουσικές από τον χώρο του Bollywood με ταξίδεψαν. Για λίγα δευτερόλεπτα ήμουν εκεί.
Η ταινία θα μπορούσε να είναι μία –ακόμα- ρομαντική κομεντί αλλά, κάτι τέτοιο δεν θα ικανοποιούσε τον σκηνοθέτη που επιθυμούσε την δημιουργία ενός κοινωνικοπολιτισμικού αμαλγάματος με στοιχεία αντιθέσεων και αξιών, όπως η αγάπη. Ο Μπόιλ  καταφέρνει να προσθέσει στον πορτοκαλί ουρανό και στις ανατολίτικες μουσικές του κόσμου του Bollywood πινελιές από τον χώρο του Hollywood καταλήγοντας σε έναν εξαιρετικό συνδυασμό των δύο νοοτροπιών και κουλτούρων. Τελικά, ίσως να έχουμε περισσότερα να μας ενώνουν.


Απάντηση:
Δ: Ήταν το πεπρωμένο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου